Αναρτήθηκε 28  Φλεβάρη 2010      απο τον Λύτρα Χρήστο

Ο Μάρτης ή Μαρτιά είναι ένα παμπάλαιο έθιμο, με βαλκανική διασπορά. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων έδεναν μια κλωστή, την Κρόκη, στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.

Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, τα παιδιά φορούν στον καρπό του χεριού τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο Μάρτης προστατεύει τα πρόσωπα των παιδιών από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν. Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.

Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του. Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα, ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους.

Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία Μάρτινκα και στην Αλβανία ως Βερόρε. Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους πιάσει ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον Μάρτη σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.

Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται Μαρτενίτσα. Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους κάψει η γιαγιά Μάρτα (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η Μαρτενίτσα λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.

Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία Μαρτιζόρ. Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι.

Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το Μαρτισόρ, με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.

 

       

                           Αναρτηθηκε  14-2-2010

ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ

Έγινε και φέτος με κάθε δυνατό τρόπο ο γιορτασμός της Αποκριάς τόσο στο Δημοτικό σχολείο την Παρασκευή          

όσο και στο   χώρο της Πλατείας με το παραδοσιακό γαϊτανάκι και χορευτικά από τα παιδιά του Συλλόγου  αλλά και από μεταμφιεσμένους γονείς .χαρακτηριστικές οι φωτογραφίες που ακολουθούν. Αξιοσημείωτο μέρος του καρναβαλιού ήταν  η παρέλαση  αρμάτων (ένα και μοναδικό) με πρωτεργάτη τον Λιόντο Σοφοκλή .Λόγω καιρικών όμως συνθηκών γρήγορα το αποκριάτικο πάρτυ διαλύθηκε με την υπόσχεση οτι το βράδυ τηε Κυριακής θα συνεχιστεί το ξέφρενο  πάρτυ σε  ταβέρνα του χωριού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Αναρτήθηκε 11-2-2010

          τσίμπες στην βρύση καβούρια στο αυλάκι

ΟΙ ΤΣΙΜΠΕΣ

Ενα απο τα ψάρια τα οποία συναντάμε στα ποτάμια και στα αυλάκια του χωριού μας είναι οι τσίμπες . Τις συναντάμε και με άλλες ονομασίες όπως τσίμες η και Νιάσκες.

Γνωστό ότι κάθε τέτοια εποχή συνήθως Φλεβάρη μήνα οι τσίμπες ανεβαίνουν απο τα ποτάμια και τα ρυάκια όπου είναι όλο το χρόνο στις πηγές των νερών για να γεννήσουν ή κατα την κοινώς ομιλούμενη να χύσουν τα αυγά τους στα αβαθή νερα΄.

Στην περιοχή μας συνήθως βγαίνουν στις βρύσες όπου όπως θυμούνται οι παλαιότεροι αποτελούσε σημαντικό γεγονός για το χωριό για δυο κυρίως λόγους.

Πρώτον γιατί αποτελούσε είδος διατροφής τι μέρες εκείνες και δεύτερον απο το ψάρεμά της και το πόυλημα απέρεφε κάποιο εισόδημα στους ψαράδες. Δεν χρησιμοποιούσαν επαγγελματικά δίχτια ή άλλα υλικά ψαρέματος αλλά ότι ο καθένας είχε από τα χέρια και το ροκοκάλαθα μεχρι τους βαλκούς επιστρατεύανε για να πιάσουν τα τσιμπες .Συνήθως συνέπεπτε ο Φλεβάρης να είναι και μήνας νηστείας και ήταν περιζήτητες για τότε όπως και το άλλο νηστίσιμο οστρακοειδή τα καβούρια.Τα καβούρια όμως αφθονούσαν στην άλλη ακρη του χωριού στο αυλάκι του νερόμυλου .Ήτανε θες σύμπτωση ή τυχαίο το γεγονός που την ίδια περίπου εποχή έβρισκες άφθονα καβούρια στο αυλάκι και για να ειδοποιηθεί το χωριό για το γεγονός αυτό χτύπαγε η καμπάνα του χωριού λές και ήταν ανάσταση και φώναζε ο τελάλης το χαρακτηριστικό <<τσίμπες στην βρύση καβούρια στο αυλάκι>>Σήμερα τα καβούρια έχουν εξαφανισθεί απο το αυλάκι και το κάμπο ολόκληρο λόγω της μόλυνσης των νερών του Λούρου και θυμάμαι λόγω που έμεινα κοντά στο αυλάκι να βλέπω τα καβούρια να γίνονται νωχελικά και να μην αμύνονται με την φυγή προς την κρυψώνα τους αλλά να μένουν παθητικά σε κάθε κίνηση ωσπου εξαφανίστηκαν σιγά σιγά. Το ιδιο ακριβώς συνέβηκε και με τις καραβίδες στα πιο ψηλά μέρη του Λούρου που τα πιο ευαίσθητα ψάρια στην επερχόμενη μόλυνση.

Οι τσίμπες όμως είναι ενα από τα πολλά είδη που έχουν χαρακτηριστεί ως απειλούμενα ψάρια του γλυκού νερού σε επικίνδυνο βαθμό μαζί με το καβόχειλο( έρευνα Αγγλικού πανεπιστημίου ) και για το σκοπό αυτό , να διατηρηθεί έστω σε ενυδρείο έχει ιδρυθεί στην Βέροια ένα τεράστιο ενυδρείο όπου φιλοξενεί από τα δικά είδη την τσίμπα και το καβόχειλο.

ΥΓ.Φέτος βγήκαν οι Τσίμπες από τις 8 του μηνός και παρότι έγιναν επεμβάσεις στη κοίτη της βρύσης αυτές έφτασαν μέχρι τις πηγές για να χύσουντο αυγό τους .

Η καμπάνα όμως δεν χτύπησε .Γιατί άραγε;

 

 

 

 

21 Νοεμβρίου  (Εισόδια της Θεοτόκου)

Πολυσπορίτισσα

Σαν θρησκευτική ημέρα η γιορτή της Παναγίας είναι η ημέρα που οι γονείς της Παναγίας  οδήγησαν την Παναγία στον Ναό (είσοδος) και την παρέδωσαν στους ιερείς του Ναού.

Την ημέρα αυτή σε πολλές περιοχές της Ελλάδας όπως και στο χωριό μας  τα παλαιότερα χρόνια , ίσως ακόμα και σήμερα , υπάρχουν και μερικά ήθη και έθιμα όπως   τα "Μπόλια" και το "πάντρεμα της φωτιάς"

Και τα δυό αυτά έθιμα είχαν  μεταξύ τους αλληλένδετη σχέση και ήταν απαραίτητα και τα δυό.

Λέγοντας "Μπόλια " εννοούσαν ένα μείγμα απο πολλά σπόρια (Πολυσπορίτισσα) , μια κακαβιά θα λέγαμε, τα οποία τα βάζανε σε μια  μεγάλη κατσαρόλα  .Η κατσαρόλα αυτή περιείχε συνήθως προϊόντα ντόπια κυρίως .Φασόλια, φακές ρεβίθια. καλαμπόκι, σιτάρι. κουκιά, φάβα, ρύζι, και όποια άλλα όσπρια μπορούσε ο καθένας να βάλει στην κατσαρόλα προσθέτοντας και λίγη ζάχαρη για καλύτερο βράσιμο. Η αναμοιγένεια των προς βράση υλικών απαιτούσε αρκετή ώρα , μιας και δεν υπήρχαν τότε  οι κατσαρόλες  γρήγορου βρασμού "χύτρες", για να βράσουν  με αποτέλεσμα  να μένουν στη φωτιά αρκετό χρόνο. Αυτό απαιτούσε  συνεχή τροφοδοσία της φωτιάς.

Την βραδιά λοιπόν αυτή γινόταν και το επίσημο άναμμα του τζακιού και για το λόγο αυτό βάζανε να ανάψει η φωτιά πολλών ειδών ξύλα . Πρώτα βάζανε ξύλο αρσενικό , π.χ.πουρνάρι, πλάτανο, κέδρο, και ύστερα  βάζανε ξύλο θηλυκό  βελανιδιά , κορτσιά  λέγοντας και το σχετικό τραγούδι. "απόψε παντρεύω τη φωτιά , με τούτα τα παιδιά ......."ονοματίζοντας κάθε φορά το όνομα του ξύλου που τοποθετούσε στο τζάκι. Σημαντικό ήταν ότι για το πάντρεμα τη φωτιά τα ξύλα που θα χρησιμοποιούσαν πρέπει να προέρχονταν απο δέντρα που ήταν μέρος  ηλιόλουστο γιατί διαφορετικά  αν ήταν απο σκιερά μέρη  δεν κάνανε ούτε κάρβουνο ούτε φλόγα παρά μόνο καπνό.Αφού η φωτιά άναβε τότε τοποθετούσαν πάνω στην "πυροστιά" τα μπόλια και έπρεπε να διατηρηθεί η φωτιά όλη τη νύχτα για να σιγοβράσουν τα μπόλια. Έτσι λοιπόν έπρεπε να μείνει ένας να "λαγοκοιμάται" δίπλα στο γωνολίθι και να τροφοδοτεί την φωτιά  με ξύλα όλη την νύχτα.

Την άλλη μέρα τα μπόλια είχαν βράσει και σερβίρονταν  κανονικά στο μεσημεριανό τραπέζι σαν κυρίως πιάτο. Επειδή συνήθως ήταν αρκετά  τα μπόλια οι νοικοκυρές προσέφεραν και στα γειτονικά σπίτια  ανταλλάσοντας πιάτα  για κάνουν και τη σύγκριση  ανάμεσά τους.

 

Πότε, πώς και γιατί χρησιμοποιήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο σαν σύμβολο;

 Σύμφωνα με μερικούς ερευνητές, οι χριστουγεννιάτικες γενικά δοξασίες και παραδόσεις, αποτελούν ένα μίγμα από κατάλοιπα της λατρείας του Σατούρνο (μιας θεότητας που ταυτίζεται με τον Κρόνο) κι άλλων δοξασιών που αναμίχθηκαν με τις χριστιανικές, για να ξεχαστεί στο πέρασμα των αιώνων η αρχική τους προέλευση.

Τον 4ο αιώνα μ.Χ. η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε ως η μέρα της Γέννησης του Χριστού και ταυτόχρονα σαν η πρώτη μέρα του χρόνου. Ωστόσο υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα Χριστούγεννα γιορτάζονταν στη Ρώμη στις 25 Δεκεμβρίου από το 336. Κι η ίδια αυτή μέρα ήταν κι η Πρωτοχρονιά.

 Το δέντρο, σαν χριστουγεννιάτικο σύμβολο, χρησιμοποιήθηκε μετά τον 8ο αιώνα. Εκείνος που καθιέρωσε το έλατο σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο ΄Αγιος Βονιφάτιος, που για να σβήσει την ιερότητα που απέδιδαν οι ειδωλολάτρες στη δρυ, έβαλε στη θέση του το έλατο, σαν σύμβολο χριστιανικό και ειδικότερα σαν σύμβολο των Χριστουγέννων.  Φυσικά, στο πέρασμα των αιώνων, το νόημα του χριστουγεννιάτικου δέντρου πήρε αναρίθμητες μορφές. Κι αρχικά, για να συμβολίσει την ευτυχία που κρύβει για τον άνθρωπο η γέννηση του Χριστού, άρχισε να γεμίζει το δέντρο-σύμβολο με διάφορα χρήσιμα είδη- κυρίως φαγώσιμα κι αργότερα ρούχα κι άλλα είδη καθημερινής χρήσης, συμβολίζοντας έτσι πρακτικά την προσφορά των Θείων Δώρων, για να εξελιχτεί προοδευτικά σ' ένα απαραίτητο διακοσμητικό είδος της μέρας αυτής, που αργότερα πήρε και τη θέση της "Δωροθήκης"- του χώρου δηλαδή που σ'αυτόν τοποθετούσαν οι συγγενείς και φίλοι τα δώρα τους ο ένας για τον άλλο. Στην πατρίδα μας, το χριστουγεννιάτικο δέντρο το έφεραν για πρώτη φορά στην Αθήνα οι Βαυαροί.

 

 Το έθιμο του αναμμένου πουρναριού στην Ήπειρο

Στην Ήπειρο έχουν μια ωραία συνήθεια που τη βασίζουν σε μια παλιά παράδοση. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός και πήγαν, λέει, οι βοσκοί να προσκυνήσουν, ήτανε νύχτα σκοτεινή. Βρήκαν κάπου ένα ξερό πουρνάρι κι έκοψαν τα κλαδιά του. Πήρε ο καθένας από ένα κλαδί στο χέρι, του έβαλε φωτιά και γέμισε το σκοτεινό βουνό χαρούμενες φωτιές και τριξίματα και κρότους.

Από τότε, λοιπόν, έχουν τη συνήθεια στα χωριά της Άρτας, όποιος πάει στο σπίτι του γείτονα, για να πει τα χρόνια πολλά, καθώς και όλα τα παιδιά τα παντρεμένα, που θα πάνε στο πατρικό τους, για να φιλήσουν το χέρι του πατέρα και της μάνας τους, να κρατούν ένα κλαρί πουρνάρι, ή ό,τι άλλο δεντρικό που καίει τρίζοντας. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν έτσι αναμμένο στο πατρικό τους σπίτι και γεμίζουν χαρούμενες φωτιές και κρότους τα σκοτεινά δρομάκια του χωριού.

Ακόμη και στα Γιάννενα το ίδιο κάνουν. Μόνο που εκεί δεν κρατούν ολόκληρο το κλαρί το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους είναι μεγάλη πολιτεία τα Γιάννενα αλλά κρατούν στη χούφτα τους μια χεριά δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα, που τα πετούν στο τζάκι, μόλις μπούνε και καλημερίζουν. Κι όταν τα φύλλα τα ξερά πιάσουν φωτιά κι αρχίσουν να τρίζουν και να πετάνε σπίθες, εύχονται:

Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!

Αυτή είναι η καλύτερη ευχή για κάθε νοικοκύρη. Να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ αφήσουν τ όνομα το πατρικό να σβήσει.

 

                  Καλικάντζαροι (Καρκατζούλια ή Σκαρκατζούλια)

 

 Οι καλικάντζαροι είναι δαιμονικά όντα, που κατά τη λαϊκή αντίληψη, έρχονται στη γη και ενοχλούν κατά τις νύχτες τους ανθρώπους, από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι τα θεοφάνεια.

Οι καλικαντζαραίοι, έρχονται από κάτω από τη γη, όπου ολόκληρο το χρόνο, προσπαθούν με τσεκούρι, πριόνια κ.λ.π. να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει μείνει πολύ λίγο ακόμα, αλλά τότε έρχονται τα Χριστούγεννα και λένε "χάιστε να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του". Ανεβαίνουν λοιπόν πάνω στη γη και τα θεοφάνεια που γυρίζουν, βλέπουν το δέντρο ολάκερο, ακέραιο, άκοπο. Και πάλι κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα, και όλο απ'την αρχή.

Καθένας από τους καλικαντζαραίους έχει κι απ'ένα κουσούρι. Κουτσοί, στραβοί, μονόματοι, μονοπόδαροι, στραβοπόδαροι, στραβοχέρηδες, ξεπλατισμένοι, Κοντολογής, όλα τα κουσούρια τα βρίσκεις πάνω τους.

Επίσης, μεταξύ τους είναι διχόγνωμοι, φιλόνεικοι και έτσι δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος καμιά δουλειά κι όλα τα αφήνουν στη μέση, γι' αυτό δεν μπορούν να κάνουν κακό και στους ανθρώπους, αν και έχουν μεγάλη επιθυμία. Οι καλικάντζαροι είναι μαυριδεροί, με κόκκινα μάτια, τραγίσια πόδια, χέρια σαν της μαϊμούς και με τριχωτό όλο τους το σώμα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, έρχονται απ'έξω απ'το χωριό και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα για να μπουν μέσα. Είναι κακά και πονηρά όντα, μα δεν μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, γιαυτό και οι γυναίκες ακόμα τα περιπαίξουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες κ.λ.π. Ερχονται τις νύχτες του δωδεκαήμερου και μπαίνουν στα σπίτια από τις καπνοδόχους, γιαυτό και τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμένα και έχουν πολύ φωτιά, γιατί τη φωτιά τα σκαρκατσούλια τη φοβούνται πολύ. Αν καμιά φορά μπει κάποιο σκαρκατζούλι στο σπίτι οι νοικοκυρές το κυνηγάνε με πυρωμένα δαυλιά.  Συνήθως δεν αφήνουν μαλλί πάνω στη ρόκα οι νοικοκυρές αυτές τις μέρες, γιατί οι κατουρλήδες, έρχονται και προσπαθούν να γνέσουν κι αυτοί, το στρίβουν το πετάνε, το,μπερδεύουν κι έτσι το μαλλί είναι για πέταμα.
Αλλά η πιο προσφιλής τροφή για τους καλικάντζαρους ήταν το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο όταν ψηνόταν και έπεφτε στην ανθρακιά, σκορπούσε μια πολύ ευώδη και πολύ ευάρεστη κνίσσα.

Γι' αυτό οι νοικοκυραίοι εδώ στο χωριό, σκέπαζαν το χοιρινό με σπαραγγιά. Το σπαράγγι όταν είναι βλαρό είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν όμως παλιουρώσει γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και γι' αυτό σκέπαζαν μ'αυτές το χοιρινό για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Με σπαράγγια επίσης σκέπαζαν και τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει που είχε σαν πρώτη ύλη το χοιρινό.

Του "Σταυρού" που περνούσε ο Παπάς και Αγίαζε τα σπίτια οι καλικάντζαροι, φεύγουν και πηγαίνουν πάλι κάτω απο τη γη.
 

 Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ

 Η ιστορία της βασιλόπιτας, είναι μια ιστορία που έγινε, πριν από 1500 χρόνια περίπου , στην πόλη Καισαρεία της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία. Ο Μέγας Βασίλειος ήταν δεσπότης της Καισαρείας και ζούσε αρμονικά.

Κάποια μέρα όμως ο  τύραννος της περιοχής , απαίτησε το χρυσάφι της πόλης καθώς και ότι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην πόλη. Ο Μέγας Βασίλειος απάντησε ότι οι άνθρωποι της πόλης του δεν είχαν τίποτε άλλο πέρα από πείνα και φτώχια , δεν είχαν να δώσουν τίποτε αξιόλογο στον άρπαγα στρατηγό.

Ο στρατηγός με το που άκουσε αυτά τα λόγια θύμωσε ακόμα περισσότερο και άρχισε να απειλεί τον Μέγα Βασίλειο ότι θα τον εξορίσει πολύ μακριά από την πατρίδα του ή κι ακόμη μπορεί να τον σκοτώσει. Οι χριστιανοί της Καισαρείας αγαπούσαν πολύ το Δεσπότη τους και θέλησαν να τον βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπόν από τα σπίτια τους ότι χρυσαφικά είχαν και του τα πρόσφεραν , ώστε δίνοντάς τα στο σκληρό στρατηγό να σωθούν.  Διέταξε αμέσως το στρατό του να επιτεθεί στο φτωχό λαό της πόλης.
Ο Δεσπότης , ο Μέγας Βασίλειος, που ήθελε να προστατέψει την πόλη  παρουσίασε στο στρατηγό ότι χρυσαφικά είχε μαζέψει μέσα σε ένα σεντούκι. Τη στιγμή όμως που ο στρατηγός πήγε να ανοίξει το σεντούκι και να αρπάξει τους θησαυρούς , με το που ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα χρυσαφικά έγινε το θαύμα! Όλοι οι συγκεντρωμένοι είδαν μια λάμψη και αμέσως μετά έναν λαμπρό καβαλάρη να ορμάει με το στρατό του επάνω στον σκληρό στρατηγό και τους δικούς του. Σε ελάχιστο χρόνο ο κακός στρατηγός και οι δικοί του αφανίστηκαν. Ο λαμπρός καβαλάρης ήταν ο Άγιος Μερκούριος και στρατιώτες του οι άγγελοι.

 Έτσι σώθηκε η πόλη της Καισαρείας. Τότε όμως , ο δεσπότης της , ο Μέγας Βασίλειος , βρέθηκε σε δύσκολη θέση! Θα έπρεπε να μοιράσει τα χρυσαφικά στους κατοίκους της πόλης και η μοιρασιά να είναι δίκαιη , δηλαδή να πάρει ο καθένας ό,τι ήταν δικό του. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο. Προσευχήθηκε λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος και ο Θεός τον φώτισε τι να κάνει. Κάλεσε τους διακόνους και τους βοηθούς του και τους είπε να ζυμώσουν ψωμάκια , όπου μέσα στο καθένα ψωμάκι θα έβαζαν και λίγα χρυσαφικά. Όταν αυτά ετοιμάστηκαν , τα μοίρασε σαν ευλογία στους κατοίκους της πόλης της Καισαρείας. Στην αρχή όλοι παραξενεύτηκαν, μα η έκπληξή τους ήταν ακόμη μεγαλύτερη όταν κάθε οικογένεια έκοβε το ψωμάκι αυτό κι έβρισκε μέσα τα χρυσαφικά της.
Ήταν λοιπόν ένα ξεχωριστό ψωμάκι , η βασιλόπιτα Έφερνε στους ανθρώπους χαρά κι ευλογία μαζί. Από τότε φτιάχνουμε κι εμείς τη βασιλόπιτα με το φλουρί μέσα, την πρώτη μέρα του χρόνου, τη μέρα του Αγίου Βασιλείου. 

  Ένα πόδι ...τυχερό!

Το ποδαρικό είναι από τις πιο βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις της Ελληνικής Πρωτοχρονιάς. Ο πρώτος άνθρωπος που θα μπει στο σπίτι την πρώτη μέρα της χρονιάς πρέπει να είναι όχι μόνο τυχερός, αλλά και έρχεται  φιλικά προς την οικογένεια του σπιτιού. Φυσικά, αυτός που επισκεφθεί αμέσως μετά το νέο χρόνο ένα σπίτι πρέπει να χτυπήσει την πόρτα και όχι να χρησιμοποιήσει δικό του κλειδί, ακόμα και αν είναι μέλος της οικογένειας.

Λέγεται μάλιστα ότι αυτός που θα κάνει το ποδαρικό δεν πρέπει να είναι ξανθός ή κοκκινομάλλης, και σε καμία περίπτωση θηλυκού γένους.

Επιπλέον, σε πολλές περιοχές της χώρας αναβιώνει και το έθιμο του ροδιού. Το πρώτο πρωινό της χρονιάς, ο νοικοκύρης του σπιτιού, αφού περάσει την πόρτα του ο πρώτος επισκέπτης, σπάει μπροστά στην εξώπορτα ένα ρόδι και μελετάει τους σπόρους του. Καλός οιωνός για την χρονιά που μόλις μπήκε είναι η καλή κατάσταση των σπόρων του ροδιού, ενώ θεωρείται ότι σπάζοντας το ρόδι ο νοικοκύρης θα αποκτήσει τόση καλοτυχία, όσοι είναι και οι σπόροι του φρούτου.

Το έθιμο του Λαζάρου στο χωριό μας

Σαν σήμερα  Παρασκευή μια μέρα πριν το Σάββατο του Λαζάρου άγνωστο για ποιόν λόγο , γιορτάζετε ο Λάζαρος. στο χωριό . Τα παιδιά κατά παρέες επιλεγμένες από καιρό  πριν   περίμεναν  πως και πως την ημέρα αυτή.

Βέβαια οι προετοιμασίες γινόταν  νωρίτερα . Η περιφορά γινόταν το βράδι της  Πέμπτης προς την  Παρασκευή ξημερώνοντας. Ας μεταφερθούμε παλιότερα τότε που στο χωριό υπήρχαν αρκετά και μεγαλόσωμα σκυλιά σε κάθε σχεδόν σπίτι και αποτελούσαν  την ημέρα αυτή τον τρόμο και τον φόβο των παιδιών.

Έτσι λοιπόν για την αντιμετώπιση του υπαρκτού αυτού κινδύνου έπρεπε να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα  εφόδια  που δεν ήταν άλλα από τα μακριά και ανθεκτικά ξύλα (τζουμάκια) .Για την ανθεκτικότητα αυτή επιλεγόταν κυρίως  ξύλο  Λυγαριάς ή τσουκρανιάς.Το καλάθι στολισμένο με όσα περισσότερα λουλούδια , απαραίτητο  για την συγκέντρωση των αυγών που αποτελούσε κυρίως το φίλεμα  και των σταφίδων ανακατωμένες με στραγάλια που ριχνόταν χύμα μέσα στο καλάθι συνήθως ώστε να ακούγεται ο θόρυβος και να φαίνεται ότι πράγματι  έριξαν κάτι μέσα. Είχαν  μαζί τους ,σπάνια , βέβαια και κάποιο κλεφτοφάναρο για την διευκόλυνση στα στενοσόκακα και τις κακοτοπιές των δρόμων. Δεν  έλειπαν βέβαια και οι αψιμαχίες  ανάμεσα στις παρέες όταν συναντιόνταν στο ίδιο σπίτι.  

Τα τραγούδια που ακουγόταν ήταν σε κάθε σπίτι ανάλογα με την περίπτωση. Εκτός από το κλασικό  τραγούδι ήρθε ο Λάζαρος ήρθαν τα βάγια. που λεγόταν ως επί το πλείστον   ,σε σπίτι που είχαν παιδί για παντρειά η κόρη αντίστοιχα  για να καλοπιάσουν τον σπιτονοικοκύρη για μεγαλύτερο φιλοδώρημα  έλεγαν το παληκαρίτσι όμορφο με το στριφτό μουστάκι.. , εδώ είναι κόρη όμορφη κόρη καμαρωμένη.. αν είχε  άτομο στα ξένα  έλεγαν  ξενιτεμένο μου πουλί, ξενιτεμένο αηδόνι .. . Σπίτι που είχε  μέσα στο χρόνο πένθος αποφεύγανε να πάνε.  Σε περιπτώσεις όπου κάποιος δεν άνοιγε την πόρτα  δεν έλειπαν και τα διάφορα σκωπτικά για τον ή την νοικοκυρά  χαρακτηρίζοντας την οκνηρία και την τεμπελιά τους αντίστοιχα. Το άκουσμα σε κάθε γειτονιά το τραγούδι του Λαζάρου που ενώ άρχιζε σε χαμηλό τόνο δυνάμωνε σιγά σιγά για να ξυπνήσουν οι ιδιοκτήτες μαζί με τις φωνές των παιδιών και τα γαβγίσματα των σκύλων , ήταν αρκετά όμορφο. Με το πρώτο φως της ημέρας τελείωνε και  η περιφορά των παιδιών και άρχιζε η καταμέτρηση και το μοίρασμα των συγκεντρωμένων φιλεμάτων.

Σήμερα βέβαια η περιφορά γίνεται μετά την ανατολή του ήλιου και το καλάθάκι του Λαζάρου  έχει αντικατασταθεί από το νεσεσεράκι ή κουτάκι  για την τοποθέτηση των  χρημάτων  που αποτελεί και το κυρίως  φιλοδώρημα.

                                                                                             ΑΠΟΚΡΙΕΣ  ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

                                                                                          ΣΚΥΛΟ-ΚΟΥΝΙΑ ( ΣΚΥΛΟΚΝΙΑ)

 

 Ένα  από τα παλιότερα έθιμα του χωριού μας  που σιγά-σιγά  θα ξεχαστεί  στις επόμενες γενιές ήταν  η σκυλοκουνιά που γινόταν την Καθαρά Δευτέρα το πρωί  στις βρύσες. Αξιοσημείωτο γεγονός βέβαια ήταν ότι ο χώρος τότε γύρω από τις βρύσες  ήταν τελείως διαφορετικός από σήμερα  με πολλές ασβεσταριές  ( μεγάλες λακκούβες όπου μέσα είχαν  αποθηκευμένη ασβέστη για την ανέγερση των σπιτιών μιας και η ασβέστη χρησίμευε τότε  αντί του τσιμέντου).

Διάλεγαν την πιο μεγάλη και  γεμάτη με νερό ασβεσταριά  και στα πλάγια άνοιγαν  δυο μικρότερες τρύπες και μέσα σε αυτές έβαζαν  από ένα τηλεγραφόξυλο έτσι ώστε να έχει την ευχέρεια ελεύθερων κινήσεων προς  όλες τις κατευθύνσεις. Τους δύο αυτούς στύλους τους ενώνανε με μια τριχιά με αρκετό μεταξύ τους διάστημα.(σχήμα  1)

 

 

 

 

 

 

 

             Στο κενό αυτό διάστημα  αφού στρίβανε τις τριχιές οι δύο στύλοι σμίγανε και στο κενό(θηλιά) βάζανε το σκυλί  .

συγκεντρωμένων, ομάδες τριών περίπου ανδρών τραβάγανε τις τριχιές και αυτές άρχιζαν να τεντώνονται (ξεστρίβανε)  και το σκυλί να περιστρέφετε και να παίρνει σιγά σιγά ύψος ώσπου στο τέλος σχεδόν ζαλισμένο έπεφτε στην λακκούβα με το νερό .στη συνέχεια ενώ προσπαθούσε να βγει έξω   ένας χωριανός   σταχτιάς  και μασκέ με ένα ντορβά στάχτες στην πλάτη  έριχνε και μια χούφτα στάχτες στο σκύλο ο οποίος κατατρομαγμένος πλέον και καταλασπωμένος έτρεχε ανάμεσα στο κόσμο  για βγεί από τον κλοιό  τους. πολλές φορές τα πιο άγρια σκυλιά τα βάζανε δυο και τρείς φορές.

Ηταν  βέβαια υποχρέωση όλοι έχοντες σκυλιά και μάλιστα άγρια να  πάνε οικιοθελώς στην πλατεία διαφορετικά περνούσε  ομάδα με τρακτέρ και τα μάζευε.

Μετά από την τρομάρα αυτή τα σκυλιά για να ξαναπάνε στο σπίτι κάνανε μια και δυό μερες ίσως από φόβο ίσως από την ζάλη δεν μπορούσαν να προσανατολιστούν;.

Το έθιμο αυτό βέβαια είχε και τα θετικά στοιχεία .Πίστευαν ότι η σκυλοκουνιά ήταν για την εποχή εκείνη το αντίδοτο κατά της Λύσσας ,σκύλος που έπαιρνε μέρος στη σκυλοκουνιά δεν λύσσαζε και ήταν και μέθοδος εξημέρωσης για τα ατίθασα σκυλιά.

Σύμφωνα με πληροφορίες το έθιμο αυτό το συναντάμε και σε χωριά της Κοζάνης και είναι τούρκικο έθιμο.

Συγκέντρωνε αρκετό κόσμο αλλά ύστερα από αντίδραση του τότε Μορφωτικού Συλλόγου Καμπής το έθιμο σταμάτησε. Καλό θα ήταν να γίνεται αναβίωση του εθίματος  και τώρα αλλά με πλαστικά και απομιμήσεις σκυλιών.

                                          

Λεχνικό ή Λιχνοκό

 6-11-2008

Ένα από τα  παλιότερα έθιμα του χωριού μας  το οποίο σήμερα έχει σταματήσει ή καλύτερα θα λέγαμε ότι έχει  αλλάξει μορφή  είναι το Λεχνικό ή Λιχνοκό . Όταν γεννούσε μια γυναίκα  και πριν ακόμη σαραντίσει  (για το σαράντα θα γίνει άλλη αναφορά)  οι πλησιέστεροι συγγενείς και οι γείτονες  κάνανε μια επίσκεψη στην  γυναίκα που είχε γεννήσει (Λεχώνα) για δύο κυρίως λόγους . Ο πρώτος λόγος  ήταν να δούν το μικρό νεογέννητο και να του δώσουν ευχές και να το ασημώσουν ( το ασήμωμα γινόταν με κάποιο κέρμα  ανεξάρτητα της αξίας του)  και ο δεύτερος λόγος   να πάνε φαγητό στη λεχώνα να δυναμώσει από τη γέννα και να έχει γάλα  για να θηλάξει το μωρό. Η έλλειψη  ψυγείου ανάγκαζε να πάνε τον κόκορα ζωντανό  και όχι σφαγμένο  μήπως της είχαν άλλοι πριν. Βεβαίως συνόδευαν τον κόκορα με όλα τα απαραίτητα για την σούπα όπως  ρύζι ή μανέστρα ή μακαρόνια, λάδι , βούτυρο,  αλάτι  αυγά, λεμόνια   για να είναι η σούπα νόστιμη και  να έχει γάλα  για το μωρό . Η λεχώνα  βέβαια δεν γύριζε ποτέ το τροβά άδειο πίσω , αλλά πάντα έβαζε μέσα τηγανίτες τις οποίες είχε φτιάξει από το χάραμα που κοιμόταν το μωρό ή σύκα.( Το αλεύρι για τις τηγανίτες το είχε κρατήσει από το θερισμό και το είχε ψιλοκοσκινισμένο για την περίσταση ξέχωρα απο αυτό που ζύμωνε για την οικογένεια)

Σήμερα το έθιμο αυτό υπάρχει αλλά έχει  μεταλλαχθεί και  το ασήμωμα έχει πάρει πιο μεγάλη  μορφή και το Λιχνοκό έγινε  κάποιο ρούχο( φαρμάκι , πυζαμούλα ,παιχνιδάκι κ.λ.π.)